alt

Στα πλαίσια των ερευνητικών εργασιών που εκπονεί το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας  στην Λέσβο ανακαλύφθηκαν στην περιοχή του απολιθωμένου δάσους απολιθώματα σπονδυλοζώων, τα οποία έζησαν στην περιοχή κατά τη γεωλογική περίοδο του Κατώτερου Μειόκαινου, δηλαδή πριν από 20 εκατομμύρια χρόνια. Είναι η πρώτη φορά που εντοπίστηκαν οστά ζώου που έζησε στην περιοχή αυτή.

Συγκεκριμένα εντοπίστηκε μεγάλη ακέραιη γνάθος με το σύνολο της οδοντοστοιχίας και οστά του ζώου. Το ζώο αυτό ζούσε στις παρυφές του απολιθωμένου δάσους κοντά σε μια μεγάλη λίμνη που του παρείχε το απαραίτητο νερό, στην περιοχή του Γαβαθά- Αντισσας. Όταν πέθανε σκεπάστηκε από λιμναία ιζήματα, που κάλυψαν τα οστά του ζώου, τα οποία στη συνέχεια απολιθώθηκαν. 

alt

Τα σπάνια αυτά ευρήματα μεταφέρθηκαν στα εργαστήρια του Μουσείου, όπου ακολούθησε ο προσεκτικός καθαρισμός τους από τα σκληρά πυριτωμένα υλικά που τα  περιέβαλαν. Μετά την ολοκλήρωση της εργασίας καθαρισμού αποκαλύφθηκε η κάτω γνάθος του ζώου μαζί με την οδοντοστοιχία του καθώς και τμήματα που τη ένωναν με το κρανίο του ζώου. Η οδοντοστοιχία, έχει  διατηρηθεί ακέραιη με 5 δόντια σε κάθε πλευρά της γνάθου.

Ο καθαρισμός του απολιθώματος πραγματοποιήθηκε από το επιστημονικό προσωπικό του Μουσείου με ευθύνη του διευθυντή του Μουσείου Δρ Ν. Ζούρου και από τον Καθηγητή Παλαιοντολογίας του τμήματος Γεωλογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γ. Κουφό.

Ακολούθησε η μελέτη των ευρημάτων  με σκοπό τον ακριβή προσδιορισμό του γένους  και του είδους  του ζώου. Ο προσδιορισμός του απολιθωμένου σπονδυλοζώου πραγματοποιήθηκε από τον Καθηγητή  Παλαιοντολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Γεώργιο Κουφό και έδειξε ότι ανήκει στο είδος Predinotheriumbavaricum. Το είδος ανήκει στην Υπόταξη Deinotherioideaπου αποτελεί πλευρικό κλάδο  των Προβοσκιδωτών με χαρακτηριστική αυτονομία .Στα ζώα αυτά χαυλιόδοντες υπάρχουν μόνο  στην κάτω γνάθο. Τα οστά της κάτω γνάθου προεκτείνονται, κάμπτονται προς τα κάτω και από αυτά εξέχουν οι χαυλιόδοντες που έχουν χαρακτηριστική κάμψη προς τα πίσω.

Οι χαυλιόδοντες του ζώου χρησίμευαν για να τραβά και να  ξεριζώνει χόρτα και ρίζες από τους βάλτους  μέσα στους  οποίους ζούσε , καθώς επίσης και να στηρίζεται στα δένδρα έτσι ώστε να διευκολύνεται στο κόψιμο των κλαδιών και φύλλων.

Τα απολιθώματα αυτά αποτελούν σπανιότατο εύρημα, όχι μόνο για τον ελληνικό χώρο, αλλά και για τον ευρωπαϊκό χώρο. Ελάχιστα δείγματα του είδους αυτού ηλικίας Κατωτέρου Μειοκαίνου έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα. Το είδος θεωρείται ότι εμφανίστηκε στην Αφρική το Κατώτερο Μειόκαινο και αργότερα μετανάστευσε στην Ευρώπη. Τα νέα ευρήματα  αποδεικνύουν την παρουσία του είδους και στον Ευρωπαϊκό χώρο ήδη από το Κατώτερο Μειόκενο.

Η νέα αυτή αποκάλυψη έχει ιδιαίτερη επιστημονική αξία, αφού για πρώτη φορά  προκύπτουν τεκμηριωμένα στοιχεία για τη σύνθεση της πανίδας του Απολιθωμένου δάσους, ενώ ταυτόχρονα συνεισφέρει στη διερεύνηση της εξέλιξης της ζωής στον Ελλαδικό και στον Ευρωπαϊκό χώρο.