Ένας Αντισσαίος που πραγματικά τιμά την Άντισσα, είναι ο Βασίλης Πλάτανος δημοσιογράφος, λαογράφος, συγγραφέας. Δεν είχα την τιμή να τον γνωρίσω, όμως έμαθα πολλά για το σπουδαίο αυτό συγχωριανό μας διαβάζοντας άρθρα του στις εφημερίδες « Εμπρός», στο «Ριζοσπάστη», στην « Ελευθεροτυπία», και μελέτες όπως «Γάμος στη λεσβιακή Άντισσα» και τα «Μοιρολόγια της Άντισσας», καθώς και από το βιβλίο του Φραγκέλλη Π. «Η Άντισσα», πληροφορήθηκα ότι υπήρξε και συνεργάτης του Γιάννη Φωτιάδη.

Γεννήθηκε στην Άντισσα όπου τέλειωσε το δημοτικό. Γυμνάσιο πήγε στη Μυτιλήνη. Πριν υπηρετήσει ναύτης, δούλεψε σε ψαροκάικα και απόκτησε ναυτικό φυλλάδιο. Φοίτησε στη σχολή δημοσιογραφίας του Σπύρου Μελά και στη σχολή σκηνοθεσίας Κατσέλη. Άρχισε να δημοσιογραφεί από τη Μυτιλήνη το 1950 και συνέχισε ως καλλιτεχνικός και πολιτιστικός συντάκτης στις εφημερίδες « Αυγή», «Νίκη», «Νέα», «Μεσημβρινή», « Εξόρμηση», « Ελευθεροτυπία», « Ριζοσπάστης»,. Συνεργάτης και σε πολλά περιοδικά. Από νέος ασχολήθηκε με την ποίηση την πεζογραφία, τις λαϊκές τέχνες το Θεόφιλο τον Καραγκιόζη, τη λαογραφία. Για ένα διάστημα ήταν αρχισυντάκτης στην ΕΡα Αιγαίου. Μέλος της ΕΠΟΝ, της ΕΣΗΕΑ, της διεθνούς Ένωσης Δημοσιογράφων, του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών, της χορωδίας Μυτιλήνης, του ETUDES TSIGANES στο Παρίσι, της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας του ιδρύματος Σοσιαλιστικών Ερευνών «Σταύρος Καλλέργης». Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, την εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, την ΕΡΤ, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Τύπωσε τα βιβλία «Τρανές λειτουργιές», διηγήματα, «Εξοχή Ελληνική», Εν πλω», «Διάψαλμα», ποιητικά, Προσκυνητάρι της Αίγινας», «Ήριννα», αισθητικά και λαογραφικά. Παλιά έγραφε και στην «Ηχώ της Άντισσας» και μάλιστα ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του συλλόγου μας στην Αθήνα.

 



Βοσκο-Χριστούγεννα

Λαογραφική μαρτυρία από το λεσβιακό χωριό Αντισσα, πατρίδα του αρχαίου μουσικού και ποιητή Τέρπανδρου

Στο νερόμυλο της κυρά Παναγιωτούδας διάβαινα κάθε τόσο, κι' άλεθα το στάρι μας. Φόρτωνα τη γαϊδάρα με δυο μισογεμισμένα τσουβάλια καρπό, καθόμουνα απανωσάμαρα, και μ' ένα κομμάτι τουλουμοτύρι και πίτα στο στόμα, κατέβαινα στην Τσίθρα για ν' αλέσω.

Ο μύλος ήτανε πλάι στον ποταμό και το νερό το μάζευε απ' τ' αψηλώματα του Αητού, του βουνού που απάνω στα ράχτα του είναι σκαλωμένα τα καλύβια των Χυδηριωτώνε. Καθώς ήτανε χωμένος μέσα στα πλατάνια και στους κισσούς, δεν τονέ ξεδιάλυνες, παρά μοναχά σαν κόντευες κι άκουγες το βουητό του νερού καταπώς έπεφτε από τη δεξαμενή μεσ' τη χώνα και κινούσε τις μυλόπετρες, κομμάτια σιδερόπετρας ασήκωτης, ένοιωθές τόνε.

Την κυρά Παναγιωτούδα, τη μυλωνού, την ήξερα χρόνια, όπως τηνέ πρωτογνώρισα, και ποτέ δεν άλλαξε σουσούμι. Μια ψηλόκορμη γριά με αντρίκεια κορμοστασιά, παρ' όλα τα εβδομήντα της χρόνια. Στα νιάτα της, φαντάζουμε, θα ήτανε μια πολύ όμορφη κοπελούδα. Τα μακριά χέρια της, σαν φτυάρια, με τις χοντροπετσιασμένες απαλάμες γιομάτες ρόζους και τις φουσκωμένες φλέβες που πεταγότανε απάνου στα μπράτσα, αρπάζανε τα τσουβάλια και τα πετούσανε σαν να ήτανε καρπούζια. Στο κεφάλι της φορούσε πάντα μαντήλι μαύρο, για να μην πέφτουνε τρίχες απ' τα μαλλιά της μέσα στ' αλεύρι και για να μην αλευρώνουνται με την πάχνη που σηκωνότανε. Το μαύρο μαντήλι, όμως, άσπριζε πάνω στη δούλεψη, σαν να τόχανε σκεπάσει μπαμπούσκλες από χιόνι.

Κάθε φορά που πήγαινα στο μύλο για ν' αλέσω, καθόμουνα σταυροπόδι στα γιομάτα τσουβάλια και μου διηγότανε παλιές ιστορίες και περιστατικά απ' τη ζωή της, κι' όσες είχε ακούσει απ' τους παππούδες της.

Οι χωριανοί τηνέ σεβότανε σαν αγιασμένη γυναίκα, αλλά κάμποσοι την ονοματίζανε και παλαβή, επειδή, πάντα, το χριστουγεννιάτικο σαραντάμερο σφαλνούσε το μύλο και δεν άλεθε για κανένα πελάτη της.


Σαραντάμερο χριστουγεννιάτικο της κατοχής έλαχε να πάγω φορτωμένη τη γαϊδάρα κριθάρι, ανακατεμένο με νταρί και βαλάνια για να ζυμώσουμε τα χριστόψωμα και τα κουλίτσια, καταπώς τόχουμε στα εθίματα του τόπου μας.

Απ' αλαργινά δεν άκουσα το βουητό του νερού και παραξενεύτηκα, σκέφτηκα πως κάτι θάπαθε η γριά και σταμάτησε ο μύλος. Αμόλυσα τη γαϊδάρα μπροστά στη σφαλιστή χαμηλόπορτα, κι' έψαξα στα γύρω μήπως βρω την κυρά Παναγιωτούδα. Πουθενά όμως δε φαινότανε. Το τραγούδισμα του νερού είχε σωπάσει, κι' η ιδέα πως δε θα πήγαινα αλεύρι στη μάνα μου, ακόμα και νοθεμένο, για να πλάσει τα κουλίτσια κείνης της δυστυχισμένης χρονιάς του πολέμου, μ' έβαλε σε θλίψη που βούρκωσα από παράπονο.

Η γαϊδάρα σούφρωσε με τα πλατειά της χείλια μερικά κισσοκλώναρα γιομάτα τρυφερά φύλλα που κρεμότανε πάνω από την πόρτα του μύλου, κι' άρχισε να τρώγει λαίμαργα, που τα σάλια της, όλο πρασινίλα, παίφτανε κατάμεσα στο πορτοσάνιδο. Μου ήρθε τότες η σκέψη να χτυπήσω τα κρίτσιαλα της ξώπορτας. Κριτσιάλισα δυνατά, όμως άχνα δεν άκουσα.

- Κυρά Παναγιωτούδα, κυρά μυλωνού, άρχισα να φωνάζω και να χτυπώ κλαίγοντας.

Καμιάν απόκριση δεν ελάβαινα.

- Θα πόθανε, παραμίλησα, πάνω στην απελπισιά μου και τράβηξα το καπίστρι της γαϊδάρας για να φύγω άπραγος.

- Δάγκασε τη γλώσσα σου, βρε, όποιος και νάσαι, που θα μου πεις πως απόθανα!

Ξαφνιάστηκα με τούτη την απόκριση. Γύρισα ξοπίσω κι άρχισα να φωνάζω πιότερο μέσ' στην πόρτα του μύλου.

- Κυρά Παναγιωτούδα, κυρά μυλωνού, εσύ είσαι; Ανοιξέ μου νάχεις καλή ώρα και να ζήσεις χίλια χρόνια!..

Ορμητικά ορθάνοιξε το θυρόφυλλο και φανερώθηκε μπροστά μου η γριά μ' ένα κλαδευτήρι στο χέρι. Στ' αντίκρυσμά της αγριεύτηκα και πισωδρόμησα.

- Βρε, συ, τι θέλεις; Δεν ξέρεις πώς ο μύλος δεν αλέθει το σαραντάμερο; Από πού σε φέρανε, ε; Και κούναγε νευριασμένα το χέρι της με το κλαδευτήρι.


Ο φόβος με κυρίεψε πιότερο και δεν αποκότησα να βγάλω μιλιά. Τράβηξα τη γαϊδάρα απ' το καπίστρι, και σαν έκανε δυο περπατηξιές, με πιάσανε τα κλάματα. «Τα Χριστούγεννα χωρίς κουλίτσια», μουρμούρισα.

- Τι μου ψέλνεις, βρε; Ελα, πού είσαι, την αφεντιά σου λέγω. Ασε τα καμώματα και κόπιασε. Νάχεις χάρη που σ' αγαπώ!

Γύρισα ξοπίσω. Ξεφόρτωσα τη γαϊδάρα και μπήκα στο μύλο. Η κυρά Παναγιωτούδα άνοιξε το φράγμα και ξεμπουκάρισε απ' τη χώνα το νερό ορμητικά. Πήρανε μπρος οι μυλόπετρες κι άρχισε τ' άλεσμα.

Η γριά αποτραβήχτηκε σε μια μεριά του μύλου κοντά στο τζάκι τ' αναμμένο, κάτω απ' τον φεγγίτη και με το κλαδευτήρι που βαστούσε, έπιασε να πελεκά έναν άτσαλο δαυλό που, φαίνεται, πως πολεμούσε μ' αυτόνε μέρες.

Κάθισα αντίκρυ της και δε μιλούσα, παρά λόγιαζα πότε τις μυλόπετρες και πότε τα χοντροπετσιασμένα χέρια της που πελεκούσανε κείνον τον άτσαλο δαυλό με το κλαδευτήρι. Το βουητό του νερού καθώς έπεφτε απ' τ' αψήλωμα, έκανε το μύλο να μοιάζει σαν θεριό που βογκούσε. Λογιάριαζα να τη ρωτήσω τι πελεκούσε, αλλά δεν έβγαζα μιλιά, γιατί φοβόμουνα, μέσα σε κείνο το σαραβαλιασμένο στοιχειό που καθότανε ανακούρκουδη, την αγριομάρα της. Καμιά φορά γύρισε, και καθώς με είδε που την παρατηρούσα, μου μίλησε.

- Με ονοματίζεις βρε και συ παλαβή;


Δε μίλησα ο κακόμοιρος. Γνοιαζόμουνα πως μια κουβέντα να της έλεγα που δε θα της άρεσε, θάπαιρνε φωτιά το αίμα της, και ποιος θα με γλύτωνε απ' τη συμφορά μου.

- Απάντεχε να σταματήσω το μύλο και θα σου τα πω. Ελα, πάρε και τούτο το κυδώνι να περάσεις την ώρα σου.

Σταμάτησε τις μυλόπετρες και κάθισε πλάι μου. Δάγκωσα το κυδώνι και τηνέ κοίταζα τώρα στα μάτια με συμπάθεια.

- Που λες, άρχισε να μου διηγάται, χίλια χρόνια να ζήσεις γιε μου, μην ανοίξεις το στόμα σου και πεις σε κανένα τίποτα απ' όσα θα σου διηγηθώ, γιατί είσαι ο πρώτος που τα μαθαίνεις. Επειδή είσαι νόρφανος, γι' αυτό σου τα λέγω, ειδεμή... Σαν αποθάνω όμως να τα πεις σ' όλους, για να μάθουνε την παλαβομάρα μου που γι' αυτήνε με κατακρίνουνε και με γλωσσοτρώνε...

Και σφούγγιξε με τον αγκώνα τη μύτη της, που έσταζε από την καταρροή.

- Εμένα που με γλέπεις τώρα μιαν αρμαθιά κόκαλα, συνέχισε, είμουνα στα νιάτα μου η μορφότερη κοπελιά του χωριού και τούτο γιατί γεννήθηκα με τις ανεραγίδες, κι είχα στο πρόσωπό μου τον ήλιο. Χριστουγεννιάτικο μεσονύχτι κοιλοπόνισε η μάνα μου, κ' ίσαμε τα χαράματα με πέταξε. Τρανή συφορά για ένα σπιτικό, γιατί όποιος γεννηθεί με το Χριστό είναι βρουκόλακας, δαιμονισμένος απ' τα γεννοφάσκια του. Θα μου πεις, είν' αλήθεια; Ετσι το βρήκαμε απ' τους παλιούς, που ό,τι λέγανε ήτανε σωστό. Τι να με καν' η μάνα μου. Να με πετάξει; Τράνεψα, το λοιπό, σε τούτον έδωνά το μύλο κι' ανατράφηκα με τις ανεραγίδες, που ολόγυμνες χορεύανε πάνω στο νερόμυλο καθώς τραγούδαγε. Τις ξεσήκωνε, γλέπεις, ο σκοπός του. Στα δεκαφτά μου παντρεύτηκα. Γυναικάρα με τα ούλα μου. Ολοι λέγανε με το ξεσηκωμό που είχα, πως θα γιόμιζα τον κόσμο μωρά. Μα, πού να γεννοβολήσω. Η Μεγαλάχαρη δε μ' αξίωσε να γευτώ τέτοια χαρά. Το λέγανε οι παλιοί ανθρώποι, πως ήτανε μεγάλη προσβολή που γεννήθηκα ανήμερα με τον Υιγιό της. Ε, να μη στα πολυλογώ, μαράζωσα απ' τα κακό που μ' εύρηκε. Κι έταξα... Να το τάμα μου! Δε θυμάμαι πόσα χρόνια το κάνω.


- Το χριστουγεννιάτικο σαραντάμερο σα θα μπει, σφαλνώ το μύλο και μέρα νύχτα πελεκώ τούτο το δαυλό με ψαλμουδιές και δέησες. Λιβανίζω και νηστεύω πελεκώντας ίσαμε που να μ' αξιώσει η τρανή της χάρη να ξαναγεννηθεί ένας Χριστούλης μέσα στις καρδιές όλων μας. Από την ίδια γεννιέται, και γω κάνω την καλομάνα, τη μαμή μ' άλλα λόγια. Ποιος θα το πιστέψει πως γνοιάζουμε για τους άλλους; Μωρά δεν έχω και παιδιά μου είναι όλ' οι χωριανοί μου. Μοναχά κείνοι, που τούτες τις αγιασμένες μέρες έχουνε βαθιά την πίστη μέσα τους, στοχάζουνται πως θα γεννηθεί ξανά ένας Χριστός στον κόσμο για τη σωτηρία μας.

- Με λένε παλαβή, αλλά κανένας δεν έμαθε τόσα χρόνια τούτα που θα σου διηγηθώ. Γι' αυτό σφαλνώ το μύλο. Μοναχά η νύχτα ξέρει τα μυστικά μου. Ανήμερα της μεγάλης γέννας, τις μικρές ώρες, παίρνω το Χριστό και τονέ πηγαίνω στο παλιό μοναστήρι του Κουρούκλου. Στερνά από κάμποση ώρα, κατεβαίνει με το κοπάδι του τα πρόβατα και τα νιογέννητα αρνιά ο παπάς των Χυδηριωτών, ο γεροβοσκός Κουδουνάς. Ξοπίσω του οι βοσκοί του Αητού με τις φαμελιές τους τον ακλουθάνε για να γιορτάσουνε τα Χριστούγεννα στο μοναστήρι. Μεσ' το προσκυνητάρι τοποθετώ τούτο το Χριστούλη κι' από πάνω του το κόνισμα της γέννησης. Στα πόδια του οι βοσκοί απιθώνουνε τ' αρνιά τους. Προτού χαράξει η αυγή, βγαίνουν οι βοσκοί με τον παπά Κουδουνά στον αυλόγυρο της εκκλησιάς και ψέλνουνε όλοι μαζί το «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει». Λογιάζουνε τα μεσούρανα. Αφουγκράζουνται. Κείνη τη στιγμή γεννιέται το «θείον βρέφος». Οποιος προκάνει και δει απ' τ' άνοιγμα τ' ουρανού τη γέννα, κι' ακούσει το πανηγύρι που γιορτάζεται, απάνου, γίνεται ο βοσκός που θα παρασταθεί γύρω από τη φάτνη. Οπως τότε στη Βηθλεέμ. Αυτός που θα λάχει να είναι ο καλοδεχούμενος στην ουράνια γιορτή, βγαίνει από τους βοσκούς τους γονατισμένους και διαβαίνει κοντά στο Χριστούλη που σκάλιξα. Μια άγνωστη δύναμη τονέ σπρώχνει και βαδίζει χωρίς να το καταλαβαίνει. Ασπάζεται το νιογέννητο και το παίρνει στην αγκαλιά του. Πόση χαρά!..

Ετούτος ο βοσκός γίνεται ο πιότερο ευτυχισμένος της χρονιάς. Πλούσια τα καλά στο σπίτι, στα γεννήματα και στα ζωντανά του.

- Ο πρώτος που αξιώθηκε τη μεγάλη ευτυχία, θυμάμαι, στάθηκε ένας φονιάς. Ναι, μα τον αγιασμένο δαυλό που πελεκώ, σκότωσε! Ο Αχλιόπτας ήτανε. Ησυχος, καλός και συσταζούμενος αθρωπος, δεν πείραξε ούτε μέρμηγκα... Να σου πω με δυο λόγια την ιστορία του; Είχε ένα κοπάδι γίδια και τάβοσκε στα κατατόπια του Κορατσώνα. Ζα ήτανε, φάγανε πέντ' έξη μπολάδες. Με ταχιά, πήρε ο αγροφύλακας και τούκανε μήνυση. Εχασε δεκαπέντε κεφάλια για τη ζημιά που έκανε. Στερνά από κάμποσο καιρό τα ζωντανά ξαναχαλάσανε κάμποσες ελιές σ' ένα χτήμα. Σάν τόμαθε ο αγροφύλακας, πήγε στην πηγάδα κι' έριξε μεσ' στ' αυλάκι που πίνανε τα γίδια φαρμάκι και τα ψάκωσε ούλα. Πενήντα κεφάλια ζα ξεπαστρευτήκανε στο άψε σβύσε. Χτυπιότανε ο κακόμοιρος ο Αχλιόπτας, κ' η φαμελιά του άρχισε να τηνέ κόφτει η πείνα. Μια μέρα παραφύλαξε τον αγροφύλακα, και σαν πέρασε απ' την πηγάδα, τον άρπαξε και τονέ πέταξε μέσα. Δεν μπορέσανε να τονέ δικάσουνε, αλλά όλοι ξέρανε πως ήταν ο Αχλιόπτας. Εκειός πρωτοπήρε το Χριστούλη και πιστέψαμε πως ήταν αθώος και μετανοιωμένος φονιάς.

- Από τότενες αλλάξανε οι άνθρωποι μέσα στα Χύδηρα. Η καλωσύνη κ' η αγάπη τους ξεχωρίζει σ' ό,τι κάνουνε. Αμα τύχει και δεν προκάνει κανένας ν' αντικρίσει το άνοιγμα τ' ουρανού, ο ξυλένιος Χριστός μεταφέρεται με λιτανεία τρανή στα κατσάβραχα του Αητού σε μια σπηλιά, για να προστατεύει τους βοσκούς και τα ζα τους απ' τα κακά και τα δεινά. Οι χωριανοί, και γω, κι ο πιο κακός του χωριού γινόμαστε άλλοι αθρώποι. Αμονιάζουμε, αγαπιόμαστε, γλεντοκοπάμε σαν αδρέφια, τους αγαπώ κι ατή μου, κι ας με λένε παλαβή. Αλλωστε, τούτη την παλαβομάρα απαντέχουνε όλοι, κι ας μην το ξέρουνε πως η αφεντιά μου είναι η καλομάνα της Παναγιάς, για να χαρούνε τη χρονιάρα μέρα.

- Αχ!.. θα μου πεις πως είναι παραμύθια τούτα που σου ιστορώ. Μ' αν έχεις το κουράγιο κι' ανεβείς το χριστουγεννιάτικο μεσονύχτι στο μοναστήρι του Κουρούκλου κι' αντικρύσεις την πίστη που είναι ζουγραφισμένη στα μάτια των βοσκών, πως θα ξαναγεννηθεί κείνη την αγιασμένη νύχτα ο Χριστός για να φέρει τη χαρά και την αγάπη στις καρδιές όλων μας, τότες θα με πιστέψεις. Αντε τώρα, διάβαινε στη μάνα σου να πλάσει τα κουλίτσια, σ' απαντέχει.

Η κυρά Παναγιωτούδα έσκυψε και με φίλησε στο μέτωπο, ενώ δυο δάκρυα κυλήσανε στα μαγουλά της. Της ασπάστηκα το χέρι και γιομάτος συγκίνηση πήρα το φόρτωμα και βγήκα από το μύλο. Η γριά με παρέβγαλε ίσαμε την εξώπορτα, κρατώντας το δαυλό στην αγκαλιά και τα κλαδευτήρι στόνα χέρι της.

- Ναι, θάρθω κυρά Παναγιωτούδα. Τα Χριστούγεννα θα είμαι στο μοναστήρι του Κουρούκλου.

Και τράβηξα το μονοπάτι για το γειτονικό χωριό της Βηθλεέμ που ήτανε το σπιτικό μας.

Του
Βασίλη
ΠΛΑΤΑΝΟΥ
Από το βιβλίο του «Ελληνικά λαϊκά πανηγύρια»