Στις 19/5 συγκλονιστήκαμε με την είδηση του θανάτου του συμπατριώτη μας Βασίλη Πλάτανου σε ηλικία 77 ετών. Έφυγε δυστυχώς ο σημαντικός αυτός λογοτέχνης, ερευνητής του λαϊκού πολιτισμού, βετεράνος της δημοσιογραφίας και συγγραφέας, χτυπημένος από τον καρκίνο.

Οι αναγνώστες της ιστοσελίδας μας θα διάβασαν πριν από δύο μήνες περίπου, όσα γράψαμε για τον τόσο σημαντικό άνθρωπο και παρουσιάσαμε ένα δείγμα της γραφής του. Εδώ και  αρκετό καιρό διαβάζαμε τα βιβλία του και τα άρθρα του σε εφημερίδες. Γοητευμένοι από την προσωπικότητα του ανθρώπου αυτού αρχίσαμε να ρωτούμε γι αυτόν και να ερευνούμε τον τρόπο επικοινωνίας μαζί του. Μάθαμε ότι έμενε στην Αίγινα και βρήκαμε το τηλέφωνό του που όμως δεν απαντούσε. Το σκεπτικό μας ήταν ότι έπρεπε να  βρούμε τον τον Β. Πλάτανο και να τον τιμήσουμε.

Ο Βασίλης Πλάτανος γεννήθηκε το 1934 στην Άντισσα Λέσβου. Ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε. Αντίθετα τελείωσε τη Σχολή Θεάτρου του Πέλλου Κατσέλη και εν τέλει τον κέρδισε η δημοσιογραφία. Ωστόσο η μεγάλη του αγάπη παρέμεινε μέχρι το τέλος η λογοτεχνία και η λαογραφία. Ανήσυχος άνθρωπος, ευαίσθητος, δούλεψε σε ψαροκάικα και απόκτησε ναυτικό φυλλάδιο στα νεανικά του χρόνια, τότε ήταν που εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ. Από τότε άρχισε να γράφει ποίηση και πεζογραφία και στη συνέχεια να ερευνά και να γράφει για τις λαϊκές τέχνες, τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη. Η αγάπη του για τη θάλασσα και τα ταξίδια, βαθιά. Περνούσε τον χρόνο του στη βάρκα του, ταξίδευε στον κόσμο.

Άρχισε να δημοσιογραφεί από τη Μυτιλήνη το 1950 και συνέχισε ως καλλιτεχνικός και πολιτιστικός συντάκτης στις εφημερίδες «Αυγή», «Νίκη», «Νέα», «Μεσημβρινή», «Εξόρμηση», «Ελευθεροτυπία», «Ριζοσπάστης», ενώ συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά. Για ένα διάστημα υπήρξε αρχισυντάκτης στην ΕΡΑ Αιγαίου. Η πολυσχιδής προσωπικότητα και οι δραστηριότητες τον έφεραν στους κόλπους ποικίλων οργανισμών. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Δημοσιογράφων, του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών, της χορωδίας Μυτιλήνης, του Etudes Tsiganes στο Παρίσι, της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, του ιδρύματος Σοσιαλιστικών Ερευνών «Σταύρος Καλλέργης». Για τη λαογραφική και λογοτεχνική του δραστηριότητα βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το βιβλίο του "Ελληνικά Λαϊκά Πανηγύρια". Συνεργάστηκε με την εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, την ΕΡΤ, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Έγραψε ποίηση και πεζογραφία, λαογραφικά και βιβλία για την αισθητική. Ανάμεσα στα βιβλία του συγκαταλέγονται η συλλογή διηγημάτων «Τρανές λειτουργιές» και τα «Εξοχή Ελληνική», "Εν πλω", «Διάψαλμα», "Προσκυνητάρι της Αίγινας", «Ήριννα».

Τα γεγονότα όμως μας πρόλαβαν και η εφημερίδα  ‘’ΑΥΓΗ’’ της οποίας ήταν τακτικός συνεργάτης γράφει για το χαμό του Βασίλη Πλάτανου.

"Παιδιά, φεύγω, θα σας στέλνω κομμάτια από την Κάτω Ιταλία" μας έλεγε πριν μερικές ημέρες ο Βασίλης Πλάτανος. Τον είδαμε αδυνατισμένο, καταπονημένο, αλλά υποθέσαμε ότι ο ιδιότυπος βίος και το βάρος των χρόνων άρχισαν να αφήνουν τα σημάδια τους. Αεικίνητος και χαμογελαστός, με την άσπρη γενειάδα και το ανήσυχο βλέμμα, λίγο πιο θαμπό αυτή τη φορά, μας αποχαιρέτησε. Ούτε εκείνος γνώριζε τότε ότι ο καρκίνος τον είχε στοχεύσει. Πριν από περίπου δυο μήνες μάς έφερε το πεσκέσι του, τα "Μαχαιροθαλασσόκρινα", την καινούρια του ποιητική συλλογή. "....Σαν αποθάνω θάψτε με/ σε έρημο αμμογιάλι/ μαυρομάνικο μαχαίρι/ να έχω προσκεφάλι" έγραφε. Ήταν η τελευταία. Πριν από μία εβδομάδα διαγνώστηκε η επάρατος στο στομάχι και χθες άφησε την τελευταία του πνοή στο Ευγενίδειο, στη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης. Αγαπητός συνάδελφος στην "Αυγή", βετεράνος της δημοσιογραφίας, λογοτέχνης και ερευνητής του λαϊκού μας πολιτισμού, ο Βασίλης Πλάτανος πέθανε στα 77 του χρόνια.

Το τελευταίο κείμενο που έστειλε ο Βασίλης Πλάτανος στο «ΕΜΠΡΟΣ»

Αεράκι θλιμμένο και περίλυπο στην Αιολίδα, από τ’ Άπαστρα ως τα Λάψαρνα, κι από τη Βίγλα ως τ’ Ανεμοβούνι, κι ανάμεσα στα ροδοπέταλα και στα θαλασσόκρινα κείται ο σκοτωμένος Ιησούς.
Κι η Άνοιξη, με το φως και τη ζωή, με μπροστάρηδες το Χριστό και τον Ορφέα, φέρνουνε στην γαλαζόλευκη Αιολίδα τον έρωτα, τις λαμπρογιορτές, τα πανηγύρια, τις κούνιες, τα λαμπροαρραβωνιάσματα, τη χα ρά στα πρόσωπα και την ευτυχία.
Σκληρό και δυνατό κρότο ακούσαμε στο λιθόστρωτο, στη Χριστοεκκλησοσπηλιά, «γκραπ-γκρουπ», ανήμερα Μεγάλη Πέμπτη, κι όλοι γυρίσαμε στην πόρτα ορθάνοιχτη, μ’ ένα φως βυζαντινό που ‘πεφτε από το λιοβασίλεμα, καθώς τον είδαμε να στέκεται αρχαγγέλινος με την κορμάρα και τα δεκανίκια του, ξεφωνήσαμε με μια κραυγή: «Α!, ο Λευτέρης».
Αντάρτης τρία χρόνια στο βουνό, κάποιο φασιστικό οπλοπολυβόλο τόνε γάζωσε και του ‘κοψε τα ποδάρια. Με «ακροτομία», κούτσα-κούτσα, κατέβηκε από το Γαβαθά, περπάτησε όλο το μακρύ κατάγιαλο κι έφτασε στη σπηλιοεκκλησιά ν’ ακούσει την καλλίφωνη μάνα του Μαγδαληνή να μοιρολογά τον Ιησού. Μόλις τον είδε ο παπάς, για καλωσόρισμα, πήρε το θυμιατήρι και τόνε θύμιασε. «Παπά Καρδάρα, άσε τα θυμιατίσματα, γιατί θα σε θυμιατίσω κι εγώ με τις πατερίτσες μου», του ‘πε γελαστά ο Λευτέρης.

 

“….Σαν αποθάνω θάψτε με/ σε έρημο αμμογιάλι/ μαυρομάνικο μαχαίρι/ να έχω προσκεφάλι” έγραφε. Ήταν η τελευταία. Πριν από μία εβδομάδα διαγνώστηκε η επάρατος στο στομάχι και χθες άφησε την τελευταία του πνοή στο Ευγενίδειο, στη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης. Βετεράνος της δημοσιογραφίας, λογοτέχνης και ερευνητής του λαϊκού μας πολιτισμού.

Καλό ταξίδι Βασίλη Πλάτανε...